Καλώς ήλθατε!!

"The original blog of potamoula"

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Βασίλης Ἰωακείμ: Τὸ ταξίδι

Βασίλης Ἰωακείμ: Τὸ ταξίδι




Βασίλης Ἰωακείμ

Τὸ Ταξίδι


Ο ΤΑ­ΞΙ­ΔΙ δὲν τὸ ὁρίζουμε ἐμεῖς. Πι­στεύ­ου­με πὼς τὸ ὁ­ρί­ζου­με ἐ­μεῖς, μὰ ἄλ­λοι τὸ ὁ­ρί­ζουν.
       Πο­ρευ­ό­με­νος φτά­νω στὴν ἄ­κρη τῆς θά­λασ­σας. Νὰ περ­πα­τή­σω πά­νω της δὲν ἔ­χω ἀ­κό­μα ἐκ­παι­δευ­θεῖ. Πρέ­πει ν’ ἀ­νέ­βω στὸ κα­ρά­βι ποὺ πε­ρι­μέ­νει στὴν ἀ­πο­βά­θρα.
      Ἀ­νε­βαί­νω στὸ κα­ρά­βι ποὺ πε­ρι­μέ­νει στὴν ἀ­πο­βά­θρα. Δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ προ­ο­ρι­σμός του, για­τί προ­ο­ρι­σμὸ δὲν ἔ­χει τὸ τα­ξί­δι. Οὔ­τε ξέ­ρω ποῦ βρί­σκο­μαι, οὔ­τε μ’ ἐν­δι­α­φέ­ρει ποῦ θὰ πᾶ­με. Τε­λει­ώ­νον­τας ὁ δρό­μος, φτά­νω σὲ χω­ριὸ ἢ πό­λη. Μπαί­νω. Πα­ρα­τη­ρῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ρω­τά­ω γιὰ τὴ ζω­ή. Μὲ ρω­τᾶ­νε κα­μιὰ φο­ρὰ ποι­ὸς εἶ­μαι καὶ ποῦ πά­ω. Ἀ­πο­φεύ­γω τὴν ἀ­πάν­τη­ση για­τὶ δὲν ξέ­ρω ποι­ὸς εἶ­μαι καὶ ποῦ πά­ω. Καὶ συ­νε­χί­ζω.
      Ἐ­τού­τη ἡ θά­λασ­σα μοῦ φά­νη­κε κά­πως γνώ­ρι­μη. Σὰ νὰ ἤ­μου­να στὴ δυ­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ Αἰ­τω­λι­κοῦ καὶ ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σω τὴ λι­μνο­θά­λασ­σα μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὸ Με­σο­λόγ­γι. Ὅ­μως, ὄν­τας πά­νω στὸ κα­ρά­βι, ἄλ­λη ἦ­ταν ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ τα­ξι­διοῦ. Σὰ νὰ ἐ­πέ­βαι­να στὴ Σμύρ­νη, νὰ περ­νοῦ­σα ἕ­να πο­τά­μι ὣς τὸ Ἰ­κό­νιο, κι ἀ­πὸ κεῖ προ­ο­ρι­σμὸς Ἀτ­τά­λεια, μὲ τε­λι­κὸ προ­ο­ρι­σμὸ —μέ­σῳ Κύ­πρου— τὴ στο­ὰ τοῦ Ἀτ­τά­λου στὴν Ἀ­θή­να. Ὅ­μως κι αὐ­τὸ μό­νον αἴ­σθη­ση, για­τί κα­νέ­να ση­μά­δι δὲν ἀ­πο­δεί­κνυ­ε τὸ ἀ­λη­θὲς τῆς δι­α­δρο­μῆς.
      Μό­λις ἀ­νέ­βη­κα στὸ κα­ρά­βι, λύ­νει αὐ­τὸ τὰ πα­λα­μά­ρια, κι ἀρ­χί­ζει τὸ τα­ξί­δι.
      Τὸ κα­ρά­βι ἦ­ταν κά­τι σὰν τε­ρά­στιο ἀ­ε­ρο­πλα­νο­φό­ρο, κι οἱ τα­ξι­δι­ῶ­τες στὴν πί­στα προ­σγει­ο­α­πο­γει­ώ­σε­ων. Ἀ­κά­λυ­πτοι καὶ ἐ­κτε­θει­μέ­νοι στὰ στοι­χεῖ­α τῆς φύ­σης. Για­τὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ νό­η­μα τοῦ τα­ξι­διοῦ. Νὰ νι­ώ­σεις τὴ λαύ­ρα τοῦ λι­ο­πυ­ριοῦ, νὰ ὑ­πο­στεῖς τὴν κα­ται­γί­δα, νὰ χα­ρεῖς τὴν αὔ­ρα τοῦ πε­λά­γου, τὰ χρώ­μα­τα τοῦ δει­λι­νοῦ.
      Ὑ­πῆρ­χαν καὶ κά­ποι­οι κλει­σμέ­νοι σὲ κλουβιὰ-καμ­πί­νες. Τὰ βρά­δια χό­ρευ­αν καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν. Ἀ­νά­με­σά μας δι­α­χω­ρι­στι­κὴ γραμ­μή. Οὔ­τε τοὺς ἐ­πι­σκε­πτό­μα­σταν, οὔ­τε μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν. Μιὰ μέ­ρα ὅ­μως, κά­ποι­ος ἀ­π’ αὐ­τοὺς βά­δι­ζε ἀ­νά­με­σά μας. Μό­λις μὲ βλέ­πει, «Βα­σί­λη!­», μοῦ λέ­ει κα­τά­πλη­κτος. Χαι­ρό­ταν γιὰ τὴ συ­νάν­τη­ση. Κι ἐ­γὼ χά­ρη­κα, ἂν καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­νο­χλη­μέ­νος ἤ­μουν. Για­τί κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε γιὰ τὸ τα­ξί­δι μου, κα­νεὶς πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει προ­ο­ρι­σμός, καὶ μό­νον ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση. Καὶ φο­βό­μουν μὴν ἀρ­χί­σει τὶς ἐ­ρω­τή­σεις.
      Θυ­μη­θή­κα­με τὰ πα­λιά. (Συμ­μα­θη­τὲς στὸ γυ­μνά­σιο).
      Κά­πο­τε εἴ­χα­με ἀ­γο­ρά­σει ἀ­πὸ μιὰ μι­κρὴ βάρ­κα. Ἀ­πὸ μιὰ πο­λὺ μι­κρὴ βάρ­κα. Φο­βό­μασταν τό­τε μὴ δὲν ἀν­τέ­χουν στὰ κύ­μα­τα. Αὐ­τὸ ὁ φί­λος θυ­μή­θη­κε. «Ἄ­δι­κα», μοῦ εἶ­πε, «φο­βόμα­σταν. Ἐ­κεῖ­νες οἱ βάρ­κες εἶ­ναι ἔ­τσι φτι­αγ­μέ­νες νὰ μὴ βου­λιά­ζουν. Ἔ­χουν μά­λι­στα καὶ μιὰ ἀ­ε­ρο­το­μὴ ποὺ τοὺς δί­νει ἐ­πι­τά­χυν­ση». Ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του ἕ­να χαρ­τὶ ποὺ εἶ­χε ἀ­πά­νω του ζω­γρα­φι­σμέ­νη μιὰ βάρ­κα. Μιὰ βάρ­κα σὰν τὴ δι­κιά μας, καὶ μοῦ ἔ­δει­χνε. Μοῦ ἔ­δει­χνε τὴ δι­α­δρο­μὴ τοῦ ἀ­έ­ρα, ποὺ τῆς δί­νει ἐ­πι­τά­χυν­ση. Ἔ­σκυ­ψε λί­γο. «Με­τα­ξύ μας», μοῦ εἶ­πε, «ἐ­τοῦ­το τὸ κα­ρά­βι κιν­δυ­νεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο».
      Μὲ προ­σκά­λε­σε με­τὰ μέ­σα. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἀρ­νη­θῶ.
      Ἄλ­λος κό­σμος ἐ­κεῖ. Ἀ­να­παυ­τι­κὰ τὰ σα­λό­νια. Στὸ μπὰρ πή­γα­με νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με. Δί­πλα μας περ­νά­ει κι ἄλ­λος συμ­μα­θη­τής. «Ρέ; πῶς ἀ­πὸ δῶ ρέ;­», καὶ χά­νε­ται μέ­σα στὸ πλῆ­θος.
      Καὶ δεύ­τε­ρη συ­νάν­τη­ση; Σὰ νὰ μὴ μοῦ κα­λά­ρε­σε.
      Πε­ρί­με­να νὰ σερ­βι­ρι­στῶ. Ὁ φί­λος πῆ­γε ἀ­π’ τὴ μέ­σα πλευ­ρὰ τοῦ μπὰρ καὶ χά­θη­κε πί­σω ἀ­π’ τὸ πα­ρα­βάν. Ὁ μπρο­στι­νός μου πῆ­ρε μὲ πολ­λὴ εὐ­λά­βεια λί­γο ψω­μὶ καὶ μιὰ λε­πτὴ φέ­τα ντο­μά­τα ποὺ τὴν τύ­λι­ξε σὲ σε­λο­φάν. Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ σει­ρά μου δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ πα­ραγ­γεί­λω. Ζή­τη­σα τὴ βο­ή­θεια τοῦ φί­λου. Ἀ­να­ζη­τή­σα­με τὸ φί­λο, μὰ εἶ­χε χα­θεῖ. Κά­που ἀ­νά­με­σα στὸν κό­σμο, μό­νο, δι­έ­κρι­να τὸ δεύ­τε­ρο φί­λο.
      Ἔ­φυ­γα ἀ­π’ τὸ μπὰρ κι ἐ­πέ­στρε­ψα στὸ κα­τά­στρω­μα. Ἡ σκέ­ψη μου ἐ­πα­νῆλ­θε στὸ πρῶ­το μῆ­κος κύ­μα­τος. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν σ’ ἕ­να τα­ξί­δι ἀ­να­ζή­τη­σης, σ’ ἕ­να τα­ξί­δι χω­ρὶς προ­ο­ρι­σμό, σ’ ἕ­να τα­ξί­δι ἀ­σα­φὲς τέ­λος πάν­των, νὰ συ­ναν­τῶ δυ­ὸ συμ­μα­θη­τές! Καὶ ποι­ό νό­η­μα ἔ­χει ὅ­τι ὁ πρῶ­τος συμ­μα­θη­τὴς ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε; Δὲν μοιά­ζει λί­γο σὰ νὰ μὲ πα­ρέ­δω­σε στὸν δεύ­τε­ρο; Ὁ ὁ­ποῖ­ος δῆ­θεν ἀ­δι­ά­φο­ρα πε­ρι­φέ­ρε­ται ἀ­νά­με­σα στὸν κό­σμο; Μή­πως τὸ βλέμ­μα του μὲ πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἄ­γρυ­πνα κι ὕ­στε­ρα μὲ πα­ρα­δώ­σει σὲ κά­ποι­ον τρί­το; Μή­πως, μ’ ἄλ­λα λό­για, τὸ τα­ξί­δι μου πα­ρα­κο­λου­θεῖ­ται; Κι ἐ­γὼ ὁ ἀ­φε­λὴς ποὺ νο­μί­ζω πὼς μό­νος μου ἀ­πο­φα­σί­ζω νὰ στα­μα­τά­ω ἢ νὰ προ­χω­ρά­ω; Καὶ για­τί τώ­ρα νὰ μοῦ ἀ­πο­κα­λυ­φθοῦν; Μή­πως ἐ­πει­δὴ ἤγ­γι­κεν ἡ ὥ­ρα νὰ φτά­σου­με σ’ ἕ­να Τέ­λος, σὲ μιὰ Ἔ­ξο­δο;
      Ἀ­νε­ξή­γη­τα κι ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τα. Μὰ ἡ αἴ­σθη­ση τῆς πα­ρα­κο­λού­θη­σης χα­λά­ει τὴ δι­ά­θε­ση. Ἢ μή­πως θά ‘­πρε­πε νὰ τὴ φτιά­χνει; Μή­πως οἱ πα­ρα­κο­λου­θη­τὲς θέ­λουν νὰ ποῦν: Δὲν εἶ­σαι μό­νος. Κι ἄλ­λοι ξέ­ρουν. Κι ἄλ­λοι πο­ρεύ­ον­ται. Κι ἄλ­λοι ἀ­να­ζη­τοῦν!
      Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη ἀ­να­τα­ράσ­σει τὸν ροῦ τοῦ τα­ξι­διοῦ. Μοῦ ὑ­πο­δει­κνύ­ει τὴν πο­ρεί­α. Μοῦ ἐ­πι­ση­μαί­νει τὸ τέ­λος. Ὅ­ταν θὰ φτά­σω στὴ στο­ὰ τοῦ Ἀτ­τά­λου θὰ πρέ­πει νὰ πα­ρο­πλι­στῶ. Ἄλ­λοι θὰ πρέ­πει νὰ κι­νή­σουν. Χω­ρὶς σκο­πό, χω­ρὶς προ­ο­ρι­σμό, χω­ρὶς νὰ νι­ώ­θουν τὴν ἀ­πο­στο­λή τους. Μὰ καὶ χω­ρὶς νὰ τὸ νι­ώ­θουν, θὰ φτά­νουν, φαν­τά­ζο­μαι, σ’ ἕ­ναν ἀ­κό­μα πιὸ μα­κρι­νὸ σταθ­μό, μέ­χρι νὰ πά­ρει τέ­λος τὸ τα­ξί­δι, ἂν ἔ­χει τέ­λος τὸ ταξίδι.


Πη­γή: Βα­σί­λης Ἰ­ω­α­κείμ, Ἀ­μή­χα­νος κλη­ρο­νό­μος, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1999.

 

Βα­σί­λης Ἰ­ω­α­κείμ (Ἅ­γιος Κων­σταν­τῖ­νος Αἰ­τω­λί­ας, 1953-2005). Πε­ζο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε δέ­κα χρό­νια ὡς ἀ­συρ­μα­τι­στὴς καὶ ὡς κα­θη­γη­τὴς ἰ­τα­λι­κῶν. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς ζω­ῆς του ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε στὴν Πο­λι­τι­κὴ Ἀ­ε­ρο­πο­ρί­α. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κα­νά­λι 14 (1981-2, 8 τεύ­χη). Ἵ­δρυ­σε καὶ λει­τουρ­γοῦ­σε τὰ κα­λο­καί­ρια τὸ θέ­α­τρο «Ὀ­δύσ­σει­ον» στὴν Πο­τα­μού­λα Αἰ­τω­λί­ας. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πο­τα­μού­λα (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γνώ­ση, Ἀ­θή­να, 1989).

πηγη :http://vasilis-ioakim.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια: